Φεστιβάλ αρχαίου θεάτρου στην Επίδαυρο

φεστιβαλ επιδαυρου - Nafplio Hotels

«Ανέζησε η Σοφόκλειος Τραγωδία, ανέζησε η Ηλέκτρα εμπρός εις το πολυάριθμον κοινόν που εξεκίνησε όχι μόνον από τας Αθήνας δια να παρακολουθήση την υψηλήν αυτήν μυσταγωγίαν αλλά και από πολλάς γειτονικάς της Επιδαύρου γωνίας της Πελοπονήσσου».

Με την Ηλέκτρα του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη δίνεται η πρώτη, μετά την αρχαιότητα παράσταση στο «ωραιότερο θέατρο του κόσμου». Η τραγωδία του Σοφοκλή παίζεται στην αρχαία ορχήστρα της Επιδαύρου, χωρίς σκηνικά και φωτισμούς (ελλείψει ηλεκτροδότησης), με το φυσικό φως του απογεύματος. Τη μετάφραση υπογράφει ο Ι.Ν. Γρυπάρης, τις ενδυμασίες ο Αντώνης Φωκάς και την «εκγύμναση του χορού» η Λουκία Σακελλαρίου. Την Ηλέκτρα ερμηνεύει η Κατίνα Παξινού, ενώ τον ρόλο της Κλυταιμνήστρας υποδύεται η Ελένη Παπαδάκη.

Τη διοργάνωση της ιστορικής παράστασης είχε αναλάβει η Περιηγητική Λέσχη, με στόχο την καθιέρωση, στη συνέχεια, «σεζόν Επιδαύρου» αλλά η κήρυξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ο Εμφύλιος Πόλεμος που θα ακολουθήσει, θα αναστείλουν τα φιλόδοξα σχέδια.

Με τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη θα γίνει, το 1954, η γενική δοκιμή του Φεστιβάλ Επιδαύρου. Η επίσημη έναρξη θα πραγματοποιηθεί το 1955 με την Εκάβη σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Η Επίδαυρος γίνεται το πεδίο της μέγιστης καλλιτεχνικής αναμέτρησης. Επί μια εικοσαετία συμμετέχει αποκλειστικά το κρατικό θέατρο.

Στις σκηνοθεσίες του Ροντήρη, τα μέλη του χορού, ως έκφραση συλλογικής συνείδησης, εκτελούν ομοιόμορφες κινήσεις και εκφέρουν τα χορικά ομαδικά. Στις επικρίσεις περί «γερμανικής νοοτροπίας» ο Ροντήρης απαντά πως εμπνέεται από τα μοιρολόγια και τη βυζαντινή μουσική. Ο Αλέξης Μινωτής θα διασπάσει –κατά δήλωσή του- την «υποταγή στο γερμανικό Sprechchor» και την ομοιομορφία της κίνησης.

Παρά τις διαφοροποιήσεις των εκάστοτε σκηνοθετών, διαμορφώνεται ένα ενιαίο, εν γένει, ύφος. Σημαντικοί ηθοποιοί ( Παξινού, Μινωτής) και νέοι τραγωδοί (Συνοδινού κ.α.) αναδεικνύουν την κλασικίζουσα αισθητική γραμμή του Εθνικού Θεάτρου. Το εικαστικό μέρος υπογράφουν οι μόνιμοι «διόσκουροι» της κρατικής σκηνής: ο σκηνογράφος Κλεόβουλος Κλεώνης με τους αρχιτεκτονικούς όγκους του και ο (μυημένος στα μυστικά της υφαντικής από την Εύα Σικελιανού) ενδυματολόγος Αντώνης Φωκάς με τις ονομαστές πτυχώσεις των χιτώνων του.

Δεν θα απουσιάσει από το αργολικό θέατρο και η κορυφαία του λυρικού θεάτρου Μαρία Κάλλας για να ερμηνεύσει την Νόρμα του Μπελλίνι (1960) και τη Μήδεια του Κερουμπίνι (1961).

Το 1957 το Θέατρο του Πολυκλείτου θα υποδεχτεί τον Αριστοφάνη. Το ύφος των παραστάσεων της αττικής κωμωδίας θα διαμορφωθεί από τον σκηνοθέτη Αλέξη Σολομό και τον σκηνογράφο Γιώργο Βακαλό. Νεοκλασικίζουσα κομψότητα, ζωγραφικό σκηνικό σε αισθητική ενότητα με τα κοστούμια, στοιχεία από τα αγγεία, τα ειδώλια και την αθηναϊκή αποκριά, ζωηρό αλλά εναρμονισμένο με το χώρο, χρώμα.

Ωστόσο, στις σκηνοθεσίες των τραγωδιών το αρχαιοπρεπές ύφος παγιώνεται. Κάποιες ευχάριστες εκπλήξεις που επιφυλάσσουν οι εκτάκτως συνεργαζόμενοι με το Εθνικό Θέατρο εικαστικοί καλλιτέχνες (Ικέτιδες, 1964, σκηνοθεσία Αλ. Σολομού, με γλυπτά Γ. Παππά, κοστούμια Γ. Μόραλη) δεν κατορθώνουν να επιβάλουν μια διαφορετική αισθητική. Όταν το 1967 ο Φωκάς θα αποχωρήσει, θα υιοθετηθεί μάλλον ένα κακέκτυπο της τέχνης του. Η ψευδής εικόνα του «ουμανιστικού πνεύματος» (αφού επιλέγεται ερήμην των κοινωνικών ρήξεων και των καλλιτεχνικών ζυμώσεων) φαντάζει σ’ όλη της την ένταση στα δύσκολα χρόνια των συνταγματαρχών.

Το 1975, ένα καλοκαίρι μετά τη μεταπολίτευση, το Φεστιβάλ Επιδαύρου θα ανοίξει τις πύλες του στο Θέατρο Τέχνης, το θίασο που από την ίδρυσή του (1942) ταυτίστηκε με τη νεωτερικότητα και υπήρξε το αντίπαλον δέος του Εθνικού Θεάτρου. Θα παρουσιάσει τους θρυλικούς Όρνιθες, ένα αριστοφανικό «διονυσιακό μεθύσι», που εξισορροπεί το λυρισμό και το χιούμορ, το λαικό και το μοντέρνο, τον αρχαίο λόγο και τους αναχρονισμούς (σκηνοθεσία Κουν, μετάφραση Ρώτα, σκηνικά – κοστούμια Τσαρούχη, μουσική Χατζιδάκι, χορογραφία Ζ. Νικολούδη). Θα ακολουθήσουν οι περίφημοι Πέρσες (1976) σε σκηνοθεσία Κουν και μουσική Χρήστου.

Το ’75 εντάσσεται, επίσης στα Επιδαύρια το ΚΘΒΕ, με την Ηλέκτρα του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Μίνου Βολανάκη. Στη συνέχεια το κατώφλι του Φεστιβάλ θα περάσουν ο ΘΟΚ και το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου. Συν τω χρόνω, όλοι οι θίασοι έχουν πλέον θέση στην Επίδαυρο. Ορισμένες φορές θα κληθούν και ξένα θεατρικά σχήματα. Καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς θα κάνουν την εμφάνισή τους. Οι ακαδημαϊκές παραστάσεις εναλλάσσονται με κάποιες απόπειρες διαφοροποίησης. Ο θεσμός του Φεστιβάλ δέχεται επικρίσεις για άμβλυνση των κριτηρίων επιλογής των θιάσων και στασιμότητα.

Πολιτική της νέας Διεύθυνσης του Ελληνικού Φεστιβάλ (2006) είναι να γίνει η Επίδαυρος πιο διεθνής, αφενός φιλοξενώντας στην αρχαία σκηνή της διάσημους καλλιτέχνες και αφετέρου οργανώνοντας συμπαραγωγές με σημαντικά φεστιβάλ και θεατρικούς οργανισμούς του εξωτερικού.